English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Ολυμπιονίκες αρχαίας Πελλήνης


Από την Πελλήνη προήλθαν και τέσσερις αρχαίοι ολυμπιονίκες. Ο Φανάς στην 67η Ολυμπιάδα το 512 π.Χ., με τρεις μάλιστα νίκες στον Δίαυλο, Δόλιχο και Οπλίτη Δρόμο. Ο Σώστρατος στην 80η Ολυμπιάδα το 460 π.Χ. στο στάδιο παίδων. Ο Πρόμαχος στην 94η Ολυμπιάδα το 404 π.Χ. στο παγκρατιον. Και ο Χαίρων τέσερις φορές πρώτος στην πάλη σε τέσσερις διαφορετικές ολυμπιάδες το 356 π.Χ., 352 π.Χ., 348 π.Χ. και το 344 π.Χ. 

Ο Φάνας ήταν από την πελληνη και στην 67η Ολυμπιάδα το 512 π.Χ. και ήταν νικητής στα αγωνίσματα του Δίαυλου, Δολίχου και Οπλίτης δρόμος.
Ο Σώστρατος ήταν αρχαίος έλληνας ολυμπιονίκης.Ήταν από την Πελλήνη και είχε νικήσει στους αγώνες της Ολυμπίας στην 80η Ολυμπιάδα το 460 πχ στο στάδιο παίδων. Σύμφωνα με τον Παυσανία ο Σώστρατος πέτυχε ολυμπιακή νίκη για τους Αχαιούς μετά από πολλά χρόνια, αφού σύμφωνα με τον μύθο το 156 πχ στην 6η ολυμπιάδα είχε νικήσει ο Οίβωτας ο Δυμάιος αλλά οι Δυμάιοι δεν τον τίμησαν όπως έπρεπε και αυτός τους καταράστηκε να μην ξανακερδίσει Αχαιός σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Η μυθολογία λέει ότι η κατάρα έπιασε και έτσι οι Αχαιοί αναγκάστηκαν να προσφέρουν κι άλλες τιμές αλλά και άγαλμά του έστησαν στην Ολυμπία. Τότε ήταν που κέρδισε ο Σώστρατος στο στάδιο παίδων σπάζοντας την κατάρα.
Ο Πρόμαχος ήταν νικητής στους Ολυμπιακούς αγώνες της .Ήταν από την Πελλήνη , γιος του Δρύωνα. Ήταν νικητής στην 94η Ολυμπιάδα το 404 πχ στο αγώνισμα του παγκρατίου . Είχε επίσης νικήσει τρεις φορές στα Ίσθμια και στα Νέμεα. Άγαλμα του υπήρχε στην αρχαία Ολυμπία .
Ο Χαίρων ήταν αρχαίος Έλληνας ολυμπιονίκης από την Αχαϊκή Πελλήνη. Είχε νικήσει τέσσερις φορές στο αγώνισμα της πάλης στην αρχαία Ολυμπία και ήταν τρίτος πολυνίκης στην πάλη στην ιστορία των αγώνων, περισσότερες νίκες είχαν μόνο οι Λακεδαιμόνιοι Ιποσθένης με έξι νίκες και ο Ετοιμοκλής με πέντε νίκες. Συγκεκριμένα είχε νικήσει στην 106η Ολυμπιάδα το 356 π.Χ, στην 107η Ολυμπιάδα το 352 π.Χ. , στην 108η Ολυμπιάδα το 348 π.Χ., και στην 109η Ολυμπιάδα το 344 π.Χ.




Ο Δίαυλος: δρόμος ταχύτητας, με διπλή διαδρομή του σταδίου, απόσταση δηλαδή 1200 ποδιών. Αντιστοιχεί με το σημερινό δρόμο των 400 μ. Ο δίαυλος εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 14η Ολυμπιάδα (724 π.Χ.). 
Ο
Δόλιχος: (= μακρός). Δρόμος αντοχής 7 έως 24 σταδίων. Τις περισσότερες φορές η απόσταση ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, δηλαδή 3550-3800 μ. Το αγώνισμα εισήχθη στην 15η Ολυμπιάδα (720 π.Χ). 
Ο
Οπλίτης: Εισάγεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 520 π.Χ., δηλαδή στην 65η Ολυμπιάδα. Πρόκειται για δρόμο ταχύτητας, όπου ο δρομέας έτρεχε φορώντας χάλκινη αμυντική πανοπλία (κράνος, κνημίδες, ασπίδα). Η διαδρομή του οπλίτη δρόμου ήταν 2 έως 4 στάδια (συνήθως 2 στάδια, όπως ο δίαυλος). 












Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Το λιμάνι των Αριστοναυτών και η Τρωική εκστρατεία.


Α. ΝΗΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
Σύμφωνα με των Νηών Κατάλογο της Ιλιάδας (Β, 569-576) πλοία από την Πελλήνη και τη Γονόεσσα μετείχαν στην Τρωική εκστρατεία κάτω από την ηγεσία του Αγαμέμνονα:
Αναζητώντας την ιστορική πραγματικότητα μέσα στο έπος, τίθεται το ερώτημα αν αυτές οι ονομασίες ανταποκρίνονται σε θέσεις πόλεων της μυκηναϊκής εποχής, δεδομένου ότι στα ομηρικά έπη συχνά εσφαλμένα ανάγονται στοιχεία του 8ου αιώνα στην εποχή του Τρωικού πολέμου. Προκειμένου να διερευνηθούν αυτά τα ερωτήματα, θα εξεταστούν κριτικά οι αναφορές των γραπτών πηγών στην Πελλήνη και στη Γονόεσσα και θα διασταυρωθούν με τα αρχαιολογικά δεδομένα.
Β. Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΕΛΛΗΝΗΣ
Η Πελλήνη αναφέρεται από πολλούς αρχαίους έλληνες συγγραφείς. (Παυσανία, Στράβωνα, Θουκυδίδη κλπ. ).
Αναφορικά με τη θέση της ο Παυσανίας και ο Στράβων την προσδιορίζουν ως εξής:« Από την παραθαλάσσια Αίγειρα ως τους Αριστοναύτες είναι πορεία 120 σταδίων από τους Αριστοναύτες ως την Πελλήνη η απόσταση είναι η μισή» (Παυσ. VII,26,14). « Η πόλη των Πελληνέων βρίσκεται σε βουνό, του οποίου η κορυφή υψώνεται απόκρημνη και είναι γιαυτό ακατοίκητη» (Παυσ. VII., 27,1). « ’έστι δ’ η Πελλήνη στάδια εξήκοντα της θαλάττης υπερκειμένη, φρούριον ερυμνόν» ( Στράβων Η΄, 386c). Επομένως, σύμφωνα και με τους δύο συγγραφείς, η Πελλήνη είναι ορεινή πόλη κτισμένη σε απόκρημνη θέση και απέχει 60 στάδια από τη θάλασσα. Επίσης η θέση της εντοπίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Σύθα και Κριό. « Από τα ποτάμια που κατεβαίνουν από τα υπέρ την Πελλήνη βουνά, το προς το μέρος των Αιγειρών ονομάζεται Κριός..... Εκεί που είναι οι όροι των πελληνέων προς τους σικυωνίους βρίσκεται ο ποταμός Σύθας, τελευταίος από τους ποταμούς της Αχαϊας, ο οποίος χύνεται στη θάλασσα της Σικυώνας» (Παυσ.VII,27,12).
Η ορεινή κοινότητα Ζούγρα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς τους ποταμούς και περίπου σε αυτήν την απόσταση από τη θάλασσα. Κοντά στο χωριό υπήρχαν ορατά αρχαία ελληνικά ερείπια (τοίχος, σπόνδυλοι κιόνων), όπως αναφέρει ο W. M. Leake (1830, σελ. 2145-220 και 1846 σελ. 403-406). Αυτός αλλά και ο F. von Duhn (1878) ταυτίζουν τη Ζούγρα με την Πελλήνη. Στα 1931 και 1932 ο καθηγητής Α. Ορλάνδος (1931, 1932) διεξήγαγε ανασκαφές στην περιοχή της Ζούγρας με ανασκαφικά επιγραφικά ευρήματα που επιβεβαιώνουν τη θέση της αρχαίας Πελλήνης στη Ζούγρα.
Γ. Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΕΛΛΗΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΣΑΝΙΑ
Ο Παυσανίας (VII,27, 1-12) αναφέρει στο δρόμο προς την Πελλήνη άγαλμα του Δολίου Ερμή και ιερό της Αθηνάς, στο οποίο υπήρχε χρυσελεφάντινο άγαλμα, το οποίο κατά τους Πελληνείς είχε φτιάξει ο Φειδίας. Αυτό απεικονίζεται και σε νομίσματα της Πελλήνης. Πάνω από το ναό της Αθηνάς υπήρχε άλσος της Σωτήρας Αρτέμιδος, περιφραγμένο με τείχος, στο οποίο δεν επιτρεπόταν η είσοδος εκτός από τους ιερείς, που ήταν άνδρες ντόπιοι και από ένδοξα γένη. Απέναντι υπήρχε ιερό του λαμπτήρος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου γιόρταζαν τα Λαμπτήρια. Τη νύχτα έφερναν αναμμένες δάδες στο ιερό και τοποθετούσαν κρατήρες με κρασί σε όλη την πόλη (σχετική παράσταση Διονύσου σε νόμισμα). Υπήρχε ακόμη ιερό του Θεοξενίου Απόλλωνα με χάλκινο άγαλμα προς τιμήν του οποίου τελούσαν αγώνες τα Θεοξένια. Αν και ο Παυσανίας αναφέρει ότι ήταν μόνο για τους ντόπιους και με χρηματικά έπαθλα, ο Πίνδαρος έχει γράψει ωδές για αθλητές που δεν ήταν ντόπιοι, είχαν νικήσει στην Πελλήνη και είχαν λάβει ως έπαθλο μάλλινο μανδύα (Πινδ. Ολ. 9, 97, Νε. 10,44).
Κοντά στο ιερό του Απόλλωνα υπήρχε και ναός της Αρτεμης με το άγαλμα της τοξότριας. Στην αγορά της Πελλήνης υπήρχε δεξαμενή που μάζευε όλα τα νερά της πηγής Γλυκείας. Για λουτρά χρησιμοποιούσαν τα βρόχινα νερά μόνο, επειδή από τις λίγες πηγές που ήταν χαμηλότερα στην πόλη, είχαν μόνο το νερό που έπιναν. Υπήρχε επίσης γυμναστήριο και ιερό της Ειλειθυίας. Κάτω από το γυμναστήριο υπήρχε το Ποσείδιον, που παλιότερα ήταν συνοικισμός της Πελλήνης. Ο Παυσανίας το βρήκε έρημο και αναφέρει ότι στην εποχή του οι Πελληνείς εξακολουθούσαν να το ονομάζουν ιερό του Ποσειδώνα. 

Νομίσματα της Πελλήνης ρωμαϊκών-αυτοκρατορικών χρόνων που απεικονίζουν
τα σημαντικότερα αγάλματα θεών, τα στημένα σε ιερά ή ναούς της πόλης.
Δ. ΟΙ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΛΛΗΝΗ ΑΠΌ ΤΟΝ ΟΡΛΑΝΔΟ
Οι ανασκαφές στην περιοχή της Ζούγρας από τον Ορλάνδο (1931-1932) επέτρεψε την ταύτιση της θέσης αυτής με την Πελλήνη, με βάση κυρίως τα επιγραφικά ευρήματα. Η ανασκαφή στο ύψωμα Τσέρκοβα, όπου υπήρχαν τα περισσότερα λείψανα παλιάς εγκατάστασης, απεκάλυψε υστερορωμαϊκά μόνο κατάλοιπα, ενώ στη νοτιοδυτική πλαγιά του υψώματος καθαρίστηκε ημικυκλική κατασκευή που έχει στο εσωτερικό της τρεις σειρές εδωλίων και διάμετρο 13, 80 μ. 
Σε μικρό ύψωμα στα ανατολικά του χωριού ανασκάφηκε κρηπίδωμα μήκους 30 μ. Βρέθηκε και κομμάτι δωρικού κιονόκρανου καθώς και επίκρανο παραστάδας με επίστεψη δωρικού κυματίου και γωνιαία τρίγλυφος με ενωμένη τη μετόπη. 
Αυτά τα ευρήματα ο Ορλάνδος (1931, 76) τα συσχετίζει με τον αναφερόμενο από τον Παυσανία (VII, 27,2) ναό της Αθηνάς και σημειώνει: «Ο Παυσανίας αναβαίνων από το επίνειο της Πελλήνης Αργοναυτών (ή Αριστοναυτών, παρά το σημερινόν Ξυλόκαστρον) εις την πόλιν συναντά πρώτον τον ναόν της Αθηνάς, όπου ήτο ανιδρυμένον το χρυσελεφάντινον άγαλμα της θεάς, έργο του Φειδίου. Ο ναός ούτος ήτο κατά τον αυτόν περιηγητήν εκ λίθου εγχωρίου κατειργασμένος. Και η μεν θέσις και το υλικόν του ανευρεθέντος εν Σεντερήνα κρηπιδώματος συμφωνούν προς τα υπό τον Παυσανίαν λεγόμενα». Ως χρονολογία αυτών των αρχιτεκτονικών μελών ο Ορλάνδος δέχεται το τέλος του 5ου ή το πρώτο μισό του 4ου αιώνα πΧ.
Σε μικρή απόσταση έξω από τα δυτικά κράσπεδα του σημερινού χωριού ο Α. Ορλάνδος ανέσκαψε δωμάτιο ελληνιστικής κατοικίας με ψηφιδωτό δάπεδο (το εικονιζόμενο). Τόσο η επιλογή του θέματος όσο και η πιστότητα στην απεικόνισή του δείχνουν τη στενή σχέση των Πελληνέων με τη θάλασσα. Με στρογγυλές σκούρες μπλε ψηφίδες υποδηλώνεται η θάλασσα και με λευκές απεικονίζονται θαλάσσια κήτη (μάλλον καρχαρίες), μέδουσες και άλλοι θαλάσσιοι οργανισμοί. 
Ε. Η ΚΩΜΗ ΠΕΛΛΗΝΗ
Παρόλο που τα ευρήματα επιτρέπουν την ταύτιση της θέσης των ανασκαφών του Ορλάνδου με την Πελλήνη, δεν είναι βέβαιο ότι η Πελλήνη που αναφέρεται στην Ιλιάδα βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς τη θέση. Ο Στράβων (Η, 386c) αναφέρει « έστι δε και κώμη Πελλήνη, όθεν και αι Πελληνικαί χλαίναι, ας και αθλα ετίθεσαν εν τοις αγωσι. κείται δε μεταξύ Αιγίου και Πελλήνης». Ο Παυσανίας δεν αναφέρει αυτήν την κώμη Πελλήνη. Αυτό αποδεικνύει κατά τον Σ. Κουτύβα (1966, σελ. 299-300), ότι η κώμη αυτή δε βρισκόταν στην παραλία και επομένως στη διαδρομή που ακολούθησε ο Παυσανίας, αλλά στην ανατολική πλευρά της Χελιδορέας, όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό Γελλήνη και το οποίο διατήρησε παραφθαρμένο το όνομα της αρχαίας Πελλήνης. «Λείψανα της αρχαιότητας υπάρχουν αρκετά κάτω από τις τρεις συνοικίες της Γελλήνης, όπου πρέπει να βρίσκονταν η αρχαία πόλη της Πελλήνης προτού μετοικήσουν στη νεώτερη πόλη, την οποία έχτισαν στη σημερινή Ζούγρα. Λόγοι, φαίνεται, όχι μόνο ασφαλείας, αλλά και συγκοινωνίας, οδήγησαν τους Πελληνείς να χτίσουν τη νέα τους πόλη πάνω στο λόφο της σημερινής Ζούγρας. Ετσι η νέα Πελλήνη, μπορούσε να επικοινωνεί γρηγορότερα με το λιμάνι της, τους Αριστοναύτες. Επίσης και τα λείψανα αρχαίου υδραγωγείου, που βρίσκονται πάνω στο Μαυρόρος δείχνουν τη μεταφορά νερού από τις πλούσιες πηγές της παλαιάς πόλης προς τη νέα. Φαίνεται ότι μετά την αναχώρηση του πληθυσμού, η αρχαιότερη Πελλήνη ξέπεσε σε κώμη, η οποία όμως έγινε αποκλειστικά βιομηχανική διότι εκεί, ως αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς, παρασκευάζονταν οι ονομαστές χλαίνες, οι οποίες δίνονταν ως έπαθλα στους νικητές αθλητές» (Κουτύβας, 1966, σ. 299-300).
ΣΤ. TO ΛΙΜΑΝΙ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΟΝΑΥΤΩΝ
«Από την παραθαλάσσια Αίγειρα ως τους Αριστοναύτες είναι πορεία 120 σταδίων..... Το όνομα Αριστοναύτες λένε πως δόθηκε στο επίνειο, διότι οι ήρωες που έπλευσαν με την Αργώ είχαν προσορμιστεί και σε αυτό το λιμάνι» (Παυσανίας, VII, 26,14). Σύμφωνα με τους καταλόγους των Αργοναυτών του Απολλώνιου του Ρόδιου και των Ορφικών, Αργοναυτικών (Κακριδής, 1986, 134-138) ο Αμφίων και ο Αστέριος από την Πελλήνη έλαβαν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία.
Επίσης η ισχυρή πολεμική ναυτική δύναμη της Πελλήνης αναφέρεται και στο Θουκυδίδη ο οποίος σημειώνει ότι από τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων ναυτικό έδιναν οι Κορίνθιοι, οι Μεγαρείς, οι Σικυώνιοι, οι Πελληνείς, οι Ηλείοι, οι Αμβρακίωνες και οι Λευκάδιοι (Θουκ. Ι,125). Επίσης μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία , η κυβέρνηση των Λακεδαιμονίων επέβαλε στις διαφόρους συμμάχους πόλεις την κατασκευή 100 πολεμικών πλοίων, προσδιορίζοντας για τους Αρκάδες και Πελληνείς και Σικυωνίους 10 πλοία (Θουκ. Β, 9). Το λιμάνι των Αριστοναυτών φαίνεται να είναι ανθηρό και εξαιτίας των εμπορικών συναλλαγών (χλαίνες, μεταλλεύματα) και μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια (Κουτύβας, 1962).
Σχετικά με τη θέση του λιμανιού των Αριστοναυτών ο Σ. Κουτύβας (1966, 298-299) αναφέρει, την εποχή που ήταν ορατά αρκετά λείψανά του, τα εξής: « Οι Αριστοναύτες βρίσκονταν δυτικά του Σύθα και μεταξύ αυτού και του χωριού Καμάρι. Ο λιμενοβραχίονας των Αριστοναυτών φαίνεται και σήμερα ακόμα σε αρκετή απόσταση μέσα στη θάλασσα. Μάλιστα το 1963, αποκαλύφθηκε στο χτήμα Αλογογιάννη και αρκετό μέρος από το λιμενοβραχίονα αυτόν, που υπάρχει σήμερα στην ξηρά. Δυστυχώς η αδιαφορία της αρχαιολογικής υπηρεσίας είχε ως αποτέλεσμα το χώσιμο και πάλι του τμήματος τούτου του λιμενοβραχίονα από τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος το πώλησε και στη θέση εκείνη χτίστηκε πτηνοτροφείο. Φαίνεται, αν κρίνουμε από την αποκάλυψη του μικρού αυτού τμήματος του λιμενοβραχίονα, ότι το λιμάνι είχε σκαφτεί σε αρκετό μήκος μέσα στην ξηρά και ότι ο λιμενοβραχίονας του είχε βορειοανατολική κατεύθυνση ώστε να προστατεύει τα πλοία από τους βορειοδυτικούς ανέμους του Κορινθιακού κόλπου. Σήμερα ακόμη, που δεν έχει γίνει ολοκληρωτική η πρόσχωση, μπορεί να δει κανείς όλο το άνοιγμα του αρχαίου τούτου λιμανιού στην ξηρά, που βρίσκεται 2-3 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του παραπάνω επιπέδου. Ο Κούρτιος (Pelop. Ι, 480), το τοποθετεί στον έξω κάμπο του Ξυλοκάστρου». Σήμερα είναι ορατά στο βυθό , στου Γιαρένη και σε μικρή απόσταση από την παραλία λιγοστά ρωμαϊκά κατάλοιπα.
Ζ. Η ΓΟΝΟΕΣΣΑ
Για τη Γονόεσσα ο Παυσανίας (VII, 26,13) αναφέρει ότι « Μια πολίχνη ονομαζομένη Δονούσσα, η οποία ήταν υπήκοος των σικυωνίων και βρισκόταν ανάμεσα στην Αιγείρα και στην Πελλήνη, καταστράφηκε από τους σικυωνίους». Υποστηρίζει ακόμα ότι ο Ομηρος τη μνημονεύει ως Δονόεσσα, « όταν όμως ο Πεισίστρατος μάζευε τα ομηρικά έπη που ήταν σκόρπια και δαιτηρούνταν στη μνήμη σποραδικά, τότε ο ίδιος ή κάποιος απ’ τους συνεργάτες του παραμόρφωσε το όνομα από άγνοια. Δεν υπάρχουν ανασκαφικά δεδομένα που με ασφάλεια να επιτρέπουν τον εντοπισμό της θέσης της Γονόεσσας. Με βάση το δεδομένο του Παυσανία ότι κείται μεταξύ Πελλήνης και Αίγειρας και το χαρακτηρισμό του Ομήρου ότι είναι «αιπεινή», δηλαδή υψηλόκρημνη, ορισμένοι την τοποθετούν στην κορφή του βουνού της Παναγίας στο Καμάρι Κορινθίας, άλλοι στο Αυγό Λυκοποριάς ή στον Πύργο Κορινθίας. Πάντως μεταξύ του βουνού της Παναγίας και του χωριού Καμάρι υπάρχει λόφος απόκρημνος προς τα δυτικά ενώ προς τα ανατολικά η πλευρά του κατεβαίνει ομαλά πος την πεδιάδα του Καμαρίου. Εκεί βρίσκεται μια μεγάλη επίπεδη επιφάνεια, όπου υπάρχουν ερείπια της αρχαιότητας, οικοδομών, υδραγωγείων κλπ. και έχουν βρεθεί πολλά θραύσματα αγγείων. Το 1959 ο τότε Εφορος Αργολιδικορινθίας Βερδελής διεξήγαγε εκεί πρόχειρες ανασκαφικές έρευνες, οι οποίες απεκάλυψαν τμήματα οικοδομημάτων του 5ου και 4ου αιώνα πΧ. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα ο Βερδελής στην έκθεσή του στο Υπουργείο τονίζει ότι αυτή θα πρέπει να ήταν η θέση της αναφερομένης από τον Παυσανία Δονούσσας. Αυτές οι πληροφορίες έχουν καταγραφεί από τον Κουτύβα (1966, 301-302). Επίσης σε αυτήν τη θέση έχει τοποθετήσει τη Γονόεσσα και ο Λογιωτατίδης (1867, 508).
Η. Η ΠΕΛΛΗΝΗ ΚΑΙ Η ΓΟΝΟΕΣΣΑ ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ;
Ενα σημαντικό ερώτημα είναι αν αυτές οι πόλεις που αναφέρονται στα ομηρικά έπη του 8ου αιώνα υπήρχαν και στη μυκηναϊκή εποχή. Δυστυχώς στην περιοχή δεν έχουν γίνει εκτεταμένες συστηματικές ανασκαφές , ώστε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα πού ακριβώς υπήρχαν μυκηναϊκοί οικισμοί.
Πάντως η αναφορά στην Ιλιάδα διασταυρώνεται με του Θουκυδίδη, ο οποίος παραδίδει την πληροφορία ότι η Σκιώνη, πόλις που βρίσκεται στην χερσόνησο της Παλλήνης αποστάτησε από τους Αθηναίους και ενώθηκε με το Βρασίδα. Οι Σκιωναίοι ισχυρίζονται ότι κατάγονται από την Πελλήνη της Πελοπονήσσου και ότι οι πρόγονοί τους, όταν επέστρεφαν από την Τροία, παρασύρθηκαν στη Σκιώνη από την τρικυμίαν και εγκαταστάθηκαν εκεί (Θουκ. Δ΄, 120). Ο Στράβων ( Ζ΄, 330) αναφέρει επιπλέον ότι όταν οι Πελληνείς βγήκαν στην ξηρά έχτισαν την Παλλήνη, η οποία είχε 4 κώμες: την Αφυτο, τη Μένδη, τη Σκιώνη και τη Σάνη.
Επιπλέον, φιλολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο «Νηών Κατάλογος» ανήκει στα παλαιότερα τμήματα του έπους και ότι η πρώτη μορφή του πρέπει να είχε στιχουργηθεί στα μυκηναϊκά χρόνια (Ιακωβίδης, 1970, 262-265). Συγκεκριμένα η φιλολογική ανάλυση δείχνει ότι αποτελεί ένα μικρό αυτοτελές έπος με δική του εισαγωγή και επίκληση στις μούσες, που περιγράφει την πολιτική διάρθρωση των Ελλήνων, όπως πρέπει να ήταν όταν ξεκίνησαν την εκστρατεία και όχι κατά το δέκατο έτος του πολέμου, που αρχίζει η διήγηση της Ιλιάδας. Η σύγκρισή του με το υπόλοιπο έπος δείχνει ότι υπάρχουν μεταξύ των κειμένων διαφορές σε σοβαρά θέματα. Για παράδειγμα η έκταση της κυριαρχίας και η σημασία του Αγαμέμνονα ο οποίος αναφέρεται στην Ιλιάδα ως κυρίαρχος της Αργολίδας και πολλών νησιών, που ο κατάλογος αποδίδει στο Διομήδη. Στον Κατάλογο ο Αγαμέμνων περιορίζεται στις Μυκήνες και στη βόρεια παραλία της Πελοποννήσου. Ανάλογες διαφορές παρατηρούνται και αναφορικά με τη θέση και τη σημασία των Βοιωτών (μηδαμινή στην Ιλιάδα, αλλά εξέχουσα στον Κατάλογο), του Αχιλλέα, ο οποίος κατά τον Κατάλογο εξουσιάζει μια μικρή περιοχή στις εκβολές του Σπερχειού, κατά την Ιλιάδα όμως μια εκτεταμένη χώρα που φθάνει μέχρι την Ιωλκό και το Πήλιο, ακόμα και του Οδυσσέα, ο οποίος εμφανίζεται στον Κατάλογο με την περιοχή του διχοτομημένη από το πολύ ισχυρότερο κράτος του Μέγη, τον οποίο η Ιλιάς έχει μετακινήσει στη χώρα των Επειών. Αυτές οι συγκριτικές μελέτες δείχνουν ότι ο Κατάλογος και η Ιλιάδα γράφτηκαν σε διαφορετικούς χρόνους και ότι συνδέθηκαν αργότερα χωρίς να γίνει καμία σοβαρή προσπάθεια να ταυτίζονται έστω και οι σημαντικότερες πληροφορίες τους.
Η φιλολογική αυτή εργασία συμπληρώνεται από τα αρχαιολογικά δεδομένα, που δείχνουν ότι η Ελλάς του Καταλόγου είναι πολύ διαφορετική από αυτήν της εποχής της συγγραφής των ομηρικών επών. Στον Κατάλογο δηλαδή περιγράφεται μια πολιτική διαίρεση πολύ διαφορετική από εκείνη που δημιουργήθηκε μετά την εισβολή των Θεσσαλών και την κάθοδο των Δωριέων, τους οποίους αγνοεί εντελώς. Από τις 164 θέσεις που αναφέρονται , πάνω από 60 είναι εξακριβωμένες μυκηναϊκές από τις ανασκαφές κυρίως και από τη σύνδεσή τους με παλαιούς μύθους και παραδόσεις. Οι υπόλοιπες δεν αποκλείεται να είναι μυκηναϊκές και πάντως δεν υπάρχει καμία δωρική. Το κυριότερο πάντως είναι ότι η τοποθεσία του ενός τετάρτου του συνόλου των πόλεων ήταν άγνωστη στους Ελληνες των ιστορικών χρόνων. Γύρω στις 40 αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στον Κατάλογο. Οι ονομασίες τους και μάλιστα τα συγκεκριμένα και χαρακτηριστικά περιγραφικά επίθετα που τις συνοδεύουν δεν είναι δυνατόν να διεσώθηκαν παρά μόνο εάν δεχθούμε ότι ο Κατάλογος είχε συνταχθεί σε μία εποχή που τα τοπωνύμια ήταν γνωστά και εν χρήσει και ότι όταν αργότερα άλλαξαν και αυτά μαζί με τις γενικότερες γεωγραφικές και πολιτικές συνθήκες στην Ελλάδα, η μνήμη τους επέζησε, επειδή τα είχε διατηρήσει η προφορική επική παράδοση. Ανάλογες μελέτες δείχνουν ότι και ο Κατάλογος των συμμάχων του Πριάμου έχει συνταχθεί σε εποχή πολύ κοντινή στα γεγονότα του Τρωικού πολέμου (Ιακωβίδης, 1970, 284-285).
Αναφορικά με τα αρχαιολογικά δεδομένα σημειώνεται ότι στη Δ. Κορινθία έχουν ανασκαφεί δύο μυκηναϊκοί τάφοι στο Δερβένι από το Βερδελή (1956) και έχουν εντοπιστεί επιφανειακά ευρήματα, κυρίως όστρακα υστεροελλαδικής και μυκηναϊκής εποχής στη δυτική όχθη του Σύθα, νότια του συνοικισμού των Μερτικεϊκων και στο Α. Διμηνιό από τον Gebauer (1939, 272-275, 287) (Συριόπουλος,1964, 46-47, 86).
Ενα ακόμα επιχείρημα για την ύπαρξη της Πελλήνης και στα μυκηναΪκά χρόνια είναι ότι σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες πόλεις που αναφέρει ο Ομηρος κάτω από την ηγεμονία του Αγαμέμνονα, έχουν αποκαλυφθεί ευρήματα της μυκηναϊκής εποχής (Μυκήνες, Κλεωνές, Αίγειρα, Αίγιον, «Αραιθυρέη», Σικυών).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βερδελής, Ν.Μ. (1956). Aνασκαφαί μεμονωμένων μυκηναϊκών τάφων. Αρχαιολογική Εφημερίς, σ. 11-15. 
Duhn, F. von. (1878). Bericht ueber eine Reise in Achaia, Athenische Mitteilungen, s. 60-81.
Gebauer, Κ. (1939). Forschungen in der Argolis- Korinthia. Jahrbuch des Deutschen Archaeologischen Instituts. Mit dem Beiblatt Archaeologischer Anzeiger. Berlin: Walter de Gruyter, Band 54, s. 268-287.
Θουκυδίδου Ιστορία, Μετ. Α. Βλάχου, Εκδ: Γαλαξίας.
Ιακωβίδης, Σ. (1970). Οι αιώνες της Αχαϊκής Κυριαρχίας. Ιστορία Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών, σελ. 260-293.
Κακριδής, Ι. (1986). Ελληνική Μυθολογία. Τόμος 4. Εκδοτική Αθηνών.
Κουτύβας, Σ. (1962). Τα ιστορικά του Ξυλοκάστρου. Τόμος Α΄.Αθήνα.
Κουτύβας, Σ. (1966).Ιστορία της Κορινθίας, Αθήνα.
Leake, W. M. (1830).Travels in the Morea. Vol.3, London: John Murray.
Leake, W. M. (1846). Peloponnesiaca. Amsterdam: Adolf M. Hakkert.
Λογιωτατίδης, Σ. (1867). Αι κώμαι της Πελλήνης και οι Αριστοναύται. Εκδ: Πανδώρα, τομ. 17.
Ομήρου Ιλιάδα (1875). Εκδ: Γ. Μιστριώτου. Αθήνα.
Ορλάνδος, Α. (1931). Ανασκαφαί εν Πελλήνη. Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, σελ 73-78.
Ορλάνδος, Α. (1932). Ανασκαφή εν Πελλήνη. Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, σελ. 1-2, 62-63.
Παπαχατζή, Ν. (1976). Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις. Εκδοτική Αθηνών.
Στράβων Γεωγραφικά. Μετ. Αραπόπουλου. Εκδ. Πάπυρος

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Ιστορία αρχαίας Πελλήνης

Το μικρό αυτό χωριό είναι χτισμένο στα ερείπια της αρχαίας Πελλήνης. Από την αρχαία Πελλήνη σώζονται μόνο τα ερείπια από τον ναό της Αθηνάς, ένα δάπεδο ναού με μωσαϊκά και μικρό αρχαίοι θέατρο. Οι σεισμοί και οι καθιζήσεις μας στέρησαν τα ωραία οικοδομήματα της αρχαίας Πελλήνης, που αναφέρει ο Παυσανίας (βλέπε περισσότερα για την αρχαία Πελλήνη στη σελ. ). Στο αρχείο Νανί περί το 1686 που απογράφει τους οικισμούς της περιοχής συναντούμε και τη SUGRA. Στην επόμενη απογραφή των Ενετών το 1700 που περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, ακόμα και την σύνθεση του πληθυσμού του κάθε οικισμού, αναφέρει τη Ζούγρα με 5 οικογένειες.
Στη θέση στην οποία ήταν χτισμένη η αρχαία Πελλήνη μνημονεύεται στον κατάλογο του Γεωργίου Γεμιστού (Πλήθων) με το νόνομα Κέρκοβα (Πελλήνη η νυν Κέρκοβα). Με το ίδιο όνομα αναφέρεται και από τον σχολιαστή του Πτολεμαίου. Ακόμη και σήμερα η ράχη που υψώνεται δυτικά του χωριού Ζούγρα, όπου υπάρχουν πράγματι τα ερείπια της αρχαίας Πελλήνης, ονομάζεται με το ίδιο όνομα "Τσέρκοβα ή Τσέρκοβι". Η ονομασία είναι σλαβικής προελεύσεως και οφείλεται πιθανώς στα ερείπια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής που βρίσκονται στη βόρεια άκρη της ράχης (Τσέρκοβα στη σλαβική σημαίνει εκκλησία).
Στην κορυφή της ράχης υπάρχουν τα θεμέλια ενός τετράγωνου φρουρίου που είχε στις γωνίες του στρογγυλούς πύργους. (βλ. εικονα 1,2,3).
Εικόνα 1

Εικόνα 2
Εικόνα 3

Στο σημείο αυτό βρέθηκε φράγκικο ανάγλυφο εικόσημο σε πώρινη πλάκα που εικόνιζε στη μια πλευρά λιοντάρι και στην άλλη σταυρό. Είναι πιθανό το εικόσημο να ανήκε στον πρίγκιπα Φλωρέντιο τον Ανεγαυικό. Φαίνεται πως το φρούριο ήταν στην κατοχή των Φράγκων ευγενών. Φραγκικής προελεύσεως είναι και το κοντινό τοπωνύμιο Σεντερήνα (Αγία Ειρήνη), όπου αρχαίος ναός μετασκευάστηκε σε εκκλησία.
Στον πρώτο τουρκοβενετικό πόλεμο οι Πελληνείς ήταν ανάμεσα σ’ εκείνους τους πληθυσμούς της Πελοποννήσου που προσχώρησαν στους Ενετούς.
Το 1874 ο περιηγητής Λούτβιχ Σαλβατόρ γράφει για την Ζούγρα:
"Από το Μοναστήρι ο δρόμος προς τη Ζούγρα πηγαίνει επάνω από το διάσελο, ανάμεσα από πεύκα, και βλέπουμε την κοιλάδα του Ξυλοκάστρου, απέναντι στην οποία προβάλλει ένας ισχυρός πυκνός όγκος, όπως εκείνος ο οποίος εκτείνεται μεταξύ του βουνού της Παναγίας και του Πιτσαδέικου, στρογγυλός και κατά το μεγαλύτερο μέρος καλλιεργημένος, που εκτείνεται προς τα επάνω ενώ προς τα κάτω κλείνει από μια στενή χαράδρα. Επί της αριστερής πλαγιάς αυτής της κοιλάδας, ένα μονοπάτι οδηγεί προς τη Γελήνι, ένα χωριό με 300 σπίτια, σχεδόν τρεις ώρες απόσταση από το Λουτρό. Πάνω από αυτό υψώνεται το Μαύρο Όρος του Γεληνιού, το αρχαίο Χελυδόριο, με ψηλές μερικώς χιονισμένες πλευρές. Στις πλαγιές της δεξιάς πλευράς και δεσπόζουσα επί της κοιλάδας του Ξυλοκάστρου βρίσκεται η Ζούγρα. Πριν φθάσει κανένας σ’ αυτήν, βλέπει ένα μονοπάτι που βγάζει στην πηγή Σκυδερίνα με απαγωγό γούρνα και σκάφη από μια εσκαμμένη αρχαία κολώνα μπροστά, κοντά στην οποία είναι μια μεγάλη συκιά. Η Ζούγρα, η αρχαία Πελλήνη, αριθμεί γύρω στις 20 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες κατοικούν σε χαμηλά πέτρινα σπίτια με δίρριχτες σκεπές με αυλακωτά κεραμίδια, τα οποία βαραίνουν εδώ και εκεί πέτρες, και τετράγωνες ή με ημικυκλικά τόξα πόρτες. Επάνω στο πλέον προβάλλον τμήμα του μικρού πλατώματος υψώνεται η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Παρουσιάζει ένα ξύλινο καμπαναριό, εσωτερικά ένα άκομψο ταβάνι, στο πίσω μέρος ένα υπερυψωμένο τμήμα για τις γυναίκες και μια προβάλλουσα αψίδα. Δίπλα είναι το ερημωμένο νεκροταφείο. Από τη Ζούγρα βλέπει κανένας τόσο το βουνό της Παναγίας, που μοιάζει με κόλουρο κώνο, όσο και τα δύο υψώματα της Ζήρειας και το Γυμνό Βουνό. Προ αυτών, βρίσκονται στη βουνοπλαγιά τα Τρίκαλα με σχεδόν 1000 σπίτια. Κοντά στο ανώτερο τμήμα του χωριού βρέθηκε τελευταία ένας μεγάλος θησαυρός. Όλη η πλαγιά προς τα πίσω δείχνει ίχνη ερειπίων στον περίγυρο, σε σειρές ακόμη τοποθετημένα τμήματα αγκωναριών, πάνω από τα σπίτια ένα παλαιό μισοχωμένο πηγάδι, θραύσματα αγγείων, ενώ στην εκείθεν πλαγιά προς τα πίσω βρίσκονται υπολείμματα ενός τείχους από πέτρες. Μαργελώδεις μάζες υπέρκεινται των κροκαλοπαγών, από τις οποίες είναι κατασκευασμένα τα αγκωνάρια. Δίπλα σε ένα σπίτι του χωριού στέκεται ως γωνιόλιθος ένα αγκωνάρι με κλαδίσκους και φύλλα επάνω και την ελληνική επιγραφή Αριστορέτα (Aristoreta) από κάτω".
Η Πελλήνη έχει προστάτη τον άγιο Σπυρίδωνα του οποίου υπάρχει μονοθάλαμος ναός που χτίστηκε το 1700 περίπου.
Η Πελλήνη ήταν οικισμός του δήμου Τρικάλων και έως το 1950 ήταν ενωμένος με την κοινότητα Ξυλοκάστρου. Από το 1950 αποτελούσε αυτόνομη κοινότητα. Το 1930 μετωνομάσθει από Ζούγρα σε Πελλήνη.
Στους εθνικούς πολέμους έπεσαν οι Φώτιος Κανατάς (1912-1913) και Γεώργιος Ν. Λέκκας (1940).
Πρόεδροι που υπηρέτσηαν στη Πελλήνη: Πέτρος Ι. Δέμης, Ιωάννης Λέκκας, Γεώργιος Δέμης, Χαρίλαος Γκόλιας, Σπύρος Ραχανιώτης, Νικόλαος Γκόλιας, Νικόλαος Λέκκας, Σπύρος Δέμης.
Σήμερα το τοπικό συμβούλιο που εκπροσωπεί το χωριό στον δήμο Ξυλοκάστρου το αποτελούν οι: Σπύρος Δέμης (πάρεδρος), Γεώργιος Πάγκαλος, Παναγιώτης Ραχανιώτης. Ιερείς: Μιχ. Αθανασόπουλος - Γεωργ. Τοτώνης - Κων/νος Σαμαρτζής - Παρασκευάς Μπόλαρης.
Στην απογραφή του 1879 η Ζούγρα + Δενδρό (272 κάτοικ.) - 1889 (103), 1907 (98), 1918 (139), 1940 (174), 1951 (183), 1961 (162), 1971 (130), 1981 (152), 1991 (161).

Ανασκαφές έκανε το 1930 ο καθηγητής Ορλάνδος με εντολή της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Παραθέτουμε στη συνέχεια την έκθεση Ορλάνδου
"Αφορμήν εις την ανασκαφικήν έρευναν της Αχαϊκής Πελλήνης παρέσχεν η κατασκευή του παρά το χωρίον Ζούγρα τμήματος της από Ξυλοκάστρου εις Τρίκαλα αγούσης αμαξιτού, καθ’ ην οι εργάται προσέκρουσαν, εν θέσει Πόρτες και αλλαχού, εις αρχαία λείψανα και τάφους, ων τους λίθους αφαιρέσαντες εχρησιμοποίησαν ανεμποδίστως προς οικοδομίαν νεωτέρων εντοπίων κτισμάτων ως π.χ. του παρά την ειρημένην αμαξιτόν καφενείου του Ιω. Γκόλια, όπερ ολόκληρον εκτίσθη εκ λίθων αρχαίων, ων εις ενεπίγραφος. Μεταβάς επί τόπου προς εξέτασιν των γενομένων ζημιών εθεώρησα σκόπιμον, προς πρόληψιν περαιτέρω λεηλασίας των αρχαίων κτισμάτων, να επιληφθώ αμέσως της συστηματικής ερεύνης της αρχαίας Πελλήνης, ης την θέσιν πάντες οι παλαιότεροιι τοπογράφοι καθώρισαν επί των κλιτύων της προς τα ΒΔ του χωρίου Ζούγρα ημικυκλικώς υψουμένης και γεμούσης αρχαίων λειψάνων ράχεως Τσέρκοβας, στηριχθέντες κυρίως επί ων σχετικών μαρτυριών του Παυσανίου, του Στράβωνος και του Απολλωνίου.
Πρώτη σκαφική διάπειρα εγένετο, κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 1931 επί της κορυφής της Τσέρκοβας, ένθα διεφαίνοντο εντός αγρών σταχύων λείψανά τινα κτηρίων. Ταύτα όμως αποκαλυφθέντα ολοσχερώς απεδείχθησαν ανήκοντα εις πρωχοτάτας κατασκευάς των εσχάτων ρωμαϊκών ή και των πρώτων χριστιανικών χρόνων.
Εγκαταλειφθείσης της κορυφής επεχειρήθη η έρευνα ημικυκλικού τινος κτηρίου κειμένου επί της προς τα ΝΔ βλεπούσης κλιτύος της ράχεως. Είναι δε τούτο θεατροειδής εξέδρα, διαμέτρου 13.80 μ., της οποίας σώζονται σήμερον τρεις μόνον σειραί εδωλίων κατεσκευασμένων δι’ ανομοίου και δυετέρας χρήσεως υλικού. Και κατά την αρχαιότητα όμως ο αριθμός των εδωλίων δεν ηδύνατο να είναι μεγάλος καθόσον το ύψος του πρανούς εφ’ ου είναι τοποθετημένα τα εδώλια είναι μικρόν. Δεν πρόκειται επομένως περί θεάτρου αλλά μάλλον περί θεατροειδούς τινος εξέδρας χάριν ίσως ρητορικών επιδείξεων ή μαθημάτων. Την ημικυκλικήν ορχήστραν περιβάλλει παράφραγμα εκ καλώς ειργασμένων πωρίνων ορθοστατών, πάχους 0,185, τοποθετημένων εις απόστασιν 0.44 από της κατωτάτης σειράς των εδωλίων.
Κατά δε την ανατολικήν πάροδον διεσώθησαν τα θεμέλια ορθογωνίου τινός κτίσματος - πιθανώς του ανατολικού πέρατος οικοδομήματος σκηνής - κατασκευασμένα δια μεγάλων σχετικώς λίθων συνδεομένων δια κονιάματος.
Κατά την σκαφήν των θεμελίων τούτων ευρέθη τεμάχιον κοίλης κεράμου εφ’ ουτμήμα σφραγίσματος με την επιγραφήν
… ANAC ([Πελλ]άνας;)
Μετά την σκαφήν της εξέδρας η έρευνα μετετοπίσθη από της Τσέρκοβας εις χθαμαλόν τινα πρόβουνον κείμενον προς Α. του χωρίου Ζούγρα, εν θέσει ονομαζομένη υπό των αλβανοφώνων εντοπίων Σεντερήνα. Εν τω ενταύθα αγρώ του κ. Ιωάννου Δέμη, ον λίαν ευγενώς ο ιδιοκτήτης παρεχώρησε προς σκαφήν, απεκαλύφθη εις μικρόν από της επιφανείας του εδάφους βάθος (0.50) κρηπίδωμα μεγάλου κτηρίου κατασκευασμένον δια μεγάλων λιθοπλίνθων (Quader) εγχωρίου μαλακού πωρολίθου (εικ. 3). Το κρηπίδωμα τούτο βαίνον από Α. προς Δ. απεκαλύφθη μέχρι τούδε εις μήκος 18 μέτρων, αποτελείται δ’ εξ ευθυντηρίας και τριών ισοϋψών αναβαθμών, ελλειπώς σωζομένων. Κατά το ανατολικόν του άκρον το κρηπίδωμα κάμπτεται κατ’ ορθήν γωνίαν, του δε καθέτου τούτου σκέλλους διατηρείται μόνον η κατωτάτη στρώσις του θεμελίου.
Το μέγεθος και ο προσανατολισμός του οικοδομήματος χαρατηρίζουσιν αυτό ως ναόν, ο οποίος φαίνεται ότι κατά τους χριστιανικούς χρόνους θα μετετράπη εις εκκλησίαν κατόπιν δε και εις κοιμητήριον, ως εμφαίνεται εκ των παρατηρηθέντων ιχνών της αψίδος του ιερού και εκ τάφων χριστιανικών ανοιχθέντων εντός των λίθων του αρχαίου κρηπιδώματος. Εξ ενός μάλιστα των τάφων τούτων προέρχεται και τεμάχιον ωραίου χαλκού "βασταγίου" (=αλύσεως εξαρτήσεως) κανδήλας, ή πολυκανδήλου όπερ κατέθεσα εις το βυζαντινόν μουσίον Αθηνών.
Κατά την σκαφήν του κρηπιδώματος ανευρέθησαν τα κάτωθι αρχιτεκτονικά μέλη, πώρινα πάντα και αρίστης εργασίας.
1) Τμήμα βαθμίδος μετά δύο υποτομών, ολικού ύψους 0.24
2) Τεμάχιον δωρικού κιονοκράνου διατηρούν και ίχνη λεπτοτάτης κονίας. Ολικόν ύψος (άβακος, εχίνου και υποτραχηλίου) 0.276. Η καμπύλη του εχίνου, ελαφρώς παραβολική, καταλήγει εις 4 ιμάντας. Εκ της χορδής των ραβδώσεων του υποτραχηλίου υπολογίζεται η άνω διάμετρος του κίονος εις 0.576.
3) Επίκρανον παραστάδος ολικού ύψους 0.33, αριστερά τεθραυσμένον. Συνίσταται εξ άβακος, υψηλού δωρικού κυματίου και πλατείας κάτωθεν αυτού ταινίας.

4) Το κάτω τμήμα γωνιαίας τριγλύφου μετά συμφυούς μετόπης. Πλάτος τριγλύφου 0.46, μετόπης (0.75-0.03=) 0.72 μ.
Η εργασία, η μορφή και αι αναλογίαι των ευρεθέντων αρχιτεκτονικών μελών του ναού κατατάσσουσιν αυτόν εις το β΄ήμισυ του 5ου ή το α΄ήμισυ του 4ου μ.Χ. αιώνος.
Ο Παυσανίας αναβαίνων από του επινείου της Πελλήνης Αργοναυτών (ή Αριστοναυτών, παρά το σημερινόν Ξυλόκαστρον) εις την πόλιν συναντά πρώτον τον ναόν της Αθηνάς, όπου ήτο ανιδρυμένον το χρυσελεφάντινον άγαλμα της θεάς, έργον του Φειδίου. Ο ναός ούτος ήτο κατά τον αυτόν περιηγητήν, εκ λίθου εγχωρίου κατεσκευασμένος. Και η μεν θέσις και το υλικόν του ανευρεθέντος εν Σεντερήνα κρηπιδώματος συμφωνούν προς τα υπό του Παυσανίου λεγόμενα, αλλά τα αρχιτεκτονικά μέλη δεν δύνανται να αναχθώσιν εις χρόνους αρχαιοτέρους του 430 π.Χ. (διπλή υποτομή, καμπύλη εχίνου). Μόνον δ’ οι λίθοι της κρηπίδος, οίτινες παρουσιάζουσι το αρχαϊκόν δια λιθάγρας σύστημα ανελκύσεως δύνανται να χρονολογηθώσι από του α’ ημίσεος του 5ου αιώνος. Αν λοιπόν το ευρεθέν κρηπίδωμα ανήκει εις τον ανόν της Αθηνάς πρέπει να παραδεχθώμεν ότι εγένετο ανακατασκευή τις αυτού κατά τον 4ον αιώνα, εξ ης προέρχονται τα περιγραφέντα αρχιτεκτονικά μέλη της ανακοδομής.
Τελευταία δε σκαφή ενηργήθη εφέτος εν τω 200 περίπου μέτρα δυτικώς του χωρίου κειμένω κτήματι του κ. Ιω. Δέμη. Ενταύθα ανευρέθη ωραίον ψηφιδωτόν δάπεδον, τετράγωνον, διαστάσεων 2.70Χ2.70 μ., κατεσκευασμένον δια φυσικών στρογγύλων θαλασσίων ή ποταμίων ψηφίδων (δμ. 0,007) χρώματος λευκού και κυανού, τινών δε ερυθρού και κιτρίνου.
Εντός πλαισίου εκ σπειρομαιάνδρου εικονίζονται επί εδάφους κυανού, παριστώντος την θάλασσαν, τέσσαρες μεν λευκοί καρχαρίαι κατά τα γωνίας, (εικ. 4) εις δε πολλάκις ανελισσόμενος, θαλάσσιος όφις πιθανώς, εν τω μέσω. Δυστυχώς το τρίτον περίπου της επιφανείας του ψηφιδωτού καταστραφέν υπό του αρότρου δεν επιτρέπει να διακριθή σαφώς το εν τω μέσω θαλάσσιον τέρας (εικ. 5).
Αξιοπαρατήρητος είναι της παραστάσεως η αλήθεια, η ωραιότης και η ελευθερία της συνθέσεως, η οποία φαινομενικώς μεν παρίσταται ως σύμμετρος πράγματι δ’ όμως αποφεύγει την μονοτονίαν της ακριβούς επαναλήψεως, εφ’ ου ούτε το μέγεθος ούτε η κίνησις των καρχαριών είναι ακριβώς όμοια, παρά δε την κάτω αριστεράν γωνίαν (εικ. 5) υπάρχει πλησίον του μεγάλου καρχαρίου και μικρόν καρχαρίδιον πληρούν το δια της προς τα άνω διευθύνσεως της ουράς του όφεως δημιουργούμενον κενόν. Αι ανωτέρω ιδιότητες του ψηφιδωτού συνδυαζόμεναι προς την επιμελή αυτού κατασκευήν και την χρήσιν μικρών και δύο μόνον χρωμάτων ψηφίδων και δη στρογγύλων, μοι εμβάλλουσι την υπόνοιαν, ότι το ψηφιδωτόν είναι ελληνιστικών χρόνων, αν μη και αρχαιότερον. Ως παράλληλα παραδείγματα δια στρογγύλων ψηφίδων ελληνικών και ελληνιστικών ψηφιδωτών αναφέρω το ου εν Ολυμπία ναού του Διός, τα των οικιών της Δήλου και τα εσχάτως εν Ολύνθω υπό των Αμερικανών ευρεθέντα, τασσόμενα από του 4ου μέχρι του 2ου π.Χ. αιώνος.
Επωφελούμενος την εν Πελλήνη διαμονήν μου ηρεύνησα αφ’ ενός μεν την αρχαίαν έκτασιν αφ’ ετέρου δε τους τοίχους των οικιών του χωρίου Ζούγρα και του γειτονικού χωρίου Δεντρού, εν οις είχον εντοιχισθή υπό των χωρικών ικανοί ενεπίγραφοι λίθοι, ων τους πλείστους μετεκόμισα εις την αυλήν της εν Ζούγρα οικίας Ι. Δέμη, ένθα κατήρτισα μετά των εκεί μετακομισθέντων αδεσπότων αρχιτεκτονικών και γλυπτών τεμαχίων μικράν αρχαιολογικήν συλλογήν. Παρέχω ενταύθα κατάλογον των επιγραφών, ας ανεύρον, αίτινες είναι πάσαι ανέκδοτοι.
1. Επί κανονικής λιθοπλίνθου εκ σκληρού πώρου, τεθραυσμένης δεξιά (ύψους 0.37, πάχους 0.25 μεγ. Σωζ. Μήκους 0.30) εύρηται εντός λείας περιτενείας πλάτους άνω και δεξιά 0.065 η επιγραφή:
Μικύλ[ος…..
Γυναικ[……
Θεοίς ευορκί[οις…..
Εποίησε
Υψ. Γραμ. 0.025. Οπή γομφώσεως βάθους 0.07 ανοιγμένη επί της επιφανείας του λίθου εχρησίμευε προς στερέωσιν αναθήματος. Το πρώτον όνομα συμπληρούται πιθανώτατα εις Μικύλος ή Μικύλιος, όπερ σπανίως απαντά εν επιγραφαίς (Μικύλιος IG II 1225) και παρά τοις συγγραφεύσι (Ανθολ. VII, 460).
Εις τον 3ον στ. συμπληρώ ευορκ[ίοις. Η λέξις θα ηδύνατο να συμπληρωθή και ως μετοχή ευορκ[ήσας. Εις το τέλος αυτού στοίχου θα ανεγράφετο το όνομα του τεχνίτου όστις εποίησε το ανάθεμα.
Ο γραφικός χαρακτήρ ανάγει την επιγραφήν εις τον 4ον π.Χ. αιώνα.
2. Επί ορθογωνίου μαρμαρίνης πλακός, διαστάσεων 0.145 Χ 0.125 Χ 0.04, φερούσης άνω φιαλοειδή κοιλότητα υπάρχει επί της στενής πλευράς η επιγραφή:
Ίσις επήκοος
Η Επιγραφή αύτη πληροφορεί ημάς περί λατρείας της Ίσιδος εν Πελλήνη, ην δεν αναφέρει ο Παυσανίας. Ως μαρτυρεί η κοιλότης, η παξ απετέλει πιθανώς το άνω μέρος βωμού, παρομοίου προς τον εν τω Ωδείω του Περικλέους εφέτος ευρεθέντα (ΠΑΕ 1931 σελ. 35). Και περί μεν της λατρείας των Αιγυπτίων θεών έξω της Αιγύπτου όρα Lajaye Histoire du culte des divinites Alexandrines hors dell’ Egypte 1884, περί δε του εξ ανατολικών κυρίως λατρειών έλκοντος την καταγωήν επιθέτου επήκοος Weinreich, θεοί επήκοοι εν Athn. Mitt. 1912 σελ. 1-68.
Ο λίθος ευρέθη εν των κτήματι Βλ. Ράλλη επί της Τσέρκοβας.
3. Βάθρον ορθογώνιον τεθραυσμένον εις τρία (διαστ. 0.90 Χ 0.295 Χ ς.πλ.0.19) εξ αμυγδαλίτου λίθου, ευρεθέν εν τω κτήματι του Βλ. Γεννάτου κειμένω εις την ρίζαν της Ν.Δ. κλιτύος της Τσέρκοβας. Φέρει άνωθεν κοιλότητα βάθους 0.08 προς υποδοχήν της πλίνθου αγάλματος, εις την ανάθεσιν του οποίου αναφέρεται η ακόλουθος επί της ορθής πλευράς του κεχαραγμένη δωρίζουσα επιγραφή:
Α πόλις των Πελλανέων
Δάμωνα Σωσάνδρου
Γυμνασιαρχήσαντα αρετάς
Ένεκεν και ευνοίας τας εις
Εαυτάν, θεοίς.
Υψ. Γραμμ. 0.04. Τον τιμώμενον ενταύθα δι’ ανδριάντος "αρετάς ένεκεν" Δάμωνα Σωσάνδρου δεν γνωρίζω αλλαχόθεν. Γνωστή όμως εκ του Παυσανίου είναι η εν Πελλήνη ύπαρξης γυμνασίου, ούτινος ο Δάμων εχρημάτισε γυμνασιάρχης. Οι ακρέμονες ους φέρουσι τα γράμματα και το σχήμα των υποδηλούσι ρωμαϊκούς χρόνους.
4. Πλάξ μαρμάρου λευκού (0.28Χ0.41Χ0.05) τεθραυσμένη εις τέσσαρα τεμάχια. Ευρέθη εν τω κτήματι Ιω. Γκόλια επί της Τσέρκοβας, φέρει δε την κάτωθι επιγραφήν:
Η πόλις των Πελλη
νέων και Ρωμαίοι οι κ[α
τοικούντες Πόπλιο[ν
Κανείνιον Αγρίπ[παν
Των εκ προγόν[ων ευεργέτην.
Υψ. Γραμμ. 0.036. Πρόκειται και πάλιν αναμφιβόλως περί της επιγραφής βάθρου ανδριάντος ιδρυθέντος προς τιμήν του ρωμαίου προφανώς Ποπλίου Κανεινίου Αγρίππα. Τον άνδρα τούτον τιμώσι ου μόνον οι αυτόχθονες Πελληναίοι (η πόλις των Π.) αλλά και Ρωμαίοι οι κατοικούντες ήτοι η εν Πελλήνη παροικία των Ρωμαίων.
Εκ των δύο τελευταίων επιγραφών ου μόνον διαπιστούται και επιγραφικώς η παρά το χωρίον Ζούγρα θέσις της αρχαίας Πελλήνης αλλά και η ακμή αυτής κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Η γραφή της εξεταζομένης επιγραφής υπενθυμίζει παρομοίας των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών χρόνων.
5. Των αυτών περίπου χρόνων (3ου ή 4ου μ.Χ. αιώνος) φαίνεται να είναι ετέρα κολοβή δυστυχώς επιγραφή κεχαραγμένη επί πώρου λίθου εντοιχισμένου εις το παρά την δημοσίων οδόν καφενείον του Ιω. Γκόλια και λέγουσα:
γραμμα]τέως ύμνου του
…. Διαιταλείς: Λαμία
Δαμοστράτα
Νεικόστρατος Διαστάσεις 0.23 Χ σωζ. μ. 0.50
Δαμοστράτα ύψ.γραμμ. 0.018
Ευσχύμων
Επέραστος
Τριτία
Εισω..
Εριτ…
Η επιγραφή είναι γεγραμμένη εντός δέλτου, ης σώζεται μόνον το δεξιόν ους. Πρόκειται προφανώς - ως εκ του επιθέτου δαιταλείς συνάγεται - περί ομίλου συσσίτων ή συμποτών ημιθρησκευτικού χαρακτήρος, οίους συχνά απαντώμεν κατά τους ρωμαϊκούς ιδία χρόνους. Ήδη από του 2ου αιώνος π.Χ. υπήρχε παρά Ρωμαίοις και ιδία αρχή "διαταλέων", οι epulones, ων έργον ήτο η επιμέλεια των προς τιμήν των θεών διδομένων δημοσίων δείπνων. Κατά τα δείπνα δε ταύτα, ως αναφέρεται ρητώς υπό των συγγραφέων, εψάλλοντο προς τιμήν των θεών ή και ηρώων, ύμνοι ήτοι ποιήματα εξυμνητικά. Τοιούτο δε βεβαίως ποίημα είναι και ο εν στ. 1 της ημετέρας επιγραφής μνημονευόμενος ύμνος. Την προ αυτού λέξιν συμπληρώ γραμμα]τέως δηλονότι ποιητού. Το σχήμα των γραμμάτων μάλιστα του άλφα (Α) του σίγμα (C) και του ομέγα [Ω], η ορθογραφία των ονομάτων (Νεικοστράτα) αυτά ταύτα τα ονόματα (Επέραστος, Ευσχήμων) και τέλος η δέλτος δηλούσι σαφώς ρωμαϊκούς χρόνους και δη 3ον ή 4ον μ.Χ. αιώνα. Περίεργον είναι το όνομα Τριτία, όπερ ήτο μέχρι τούδε γνωστόν ως όνομα της θυγατρός του Τρίτωνος (Pape-Benseler εν λ.).
Ερχόμεθα ήδη εις τας επιτυμβίους.
5. Στήλη μεθ’ απλού λείου τριγωνικού αετώματος (0.35Χ0.10Χ0.10) εκ πώρου λίθου, ευρεθείσα εν θέσει Γούβες κατά την ΒΑ κλιτύν της Τσέρκοβας. Φέρει την επιγραφήν:
Ματρίχα Τιμόλα
Θηβαί[ο]
Υψ. Γραμμ. 0.03. Το όνομα Ματρίχα αθησαύριστον αλλά πάντως Βοιωτικόν, σχηματισθέν παρά το γνωστόν Ματρώ (IG VII 146, 1188) δια της συνήθους εις βοιωτικά ονόματα καταλήξεως -ίχα (πβλ. Αθανίχα, Αντανδρίχα, Αριστίχα, Μελαντίχα, Ολυμπίχα κλπ), 4ου ή 3ου π.Χ. αιώνος.
6. Επί πλακός εγχωρίου λίθου, αποκειμένης εν της οικία Ιω. Δέμη, διαστ. 0.43Χ0.285Χ0.105 διαστ. Η επιγραφή
Πυθονίκου
Υψ. Γραμμ. 0.026. Του 4ου π.Χ. αιώνος.
7. Στήλη αετούχος μετ’ ιωνικού αναγλύπτου κυματίου, ολικού σωζομένου ύψους 0.72, πλ. 0.37 και πάχ. 0.10. Φέρει επί της προσθίας όψεως ευθύς μεν κάτωθεν του κυματίου την επιγραφήν:
Νικία χαίρε
Υπό δε ταύτην ελαφρώς ανάγλυπτον άμμα (φιόγκον) εξ εκείνων τους οποίους συχνά συναντώμεν επί παραστάσεων νεκρικών μνημείων μάλιστα επί λευκών ληκύθων. Ρωμαϊκών χρόνων.
8. Πλαξ τεθραυσμένη στήλης αετούχου, πάχ. 0.14 και σωζομένου πλάτους 0.31. Φέρει την επιγραφήν:
Ερμιόνα
Σωσιβία
Το σχήμα του άλφα (Α) εμφαίνει ρωμαϊκούς ή το πολύ τους τελευταίους ελληνιστικούς χρόνους.
9. Τμήμα πλακός χρησιμοποιούμενον σήμερον ως βαθμίς της κλίμακος εν τη οικία του Βλ. Μανδελιά εν τω προ Δ. του Ζούγρα χωρίω Δενδρώ
Σωσώ
Χαίρε υψ. Γραμ. 0.04
Ρωμαϊκών χρόνων.
10. Κάτωθεν κακοτέχνου προτομής γυναικός εκ πώρου λίθου επί ταινίας υψ. 0.18 και πλάτους 0.40 η εφθαρμένη επιγραφή:
…. Διονυσίου
…. Ηρω….
Υψ. Γραμ. 0.02. Των εσχάτων ρωμαϊκών χρόνων.
Πλην των άνω καταλεχθεισών επιγραφών εύρηται εν τη αυλή τη οικίας Ραχιανιώτη εν Ζούγρα και η δια γλυπτού ανθεμίου στεφομένη επιτύμβιος στήλη, η φέρουσα την επιγραφήν Αρισταρέτα χαίρε, ήτις πάλαι εδημοσιεύθη υπό του von Duhn εν Ath. Mitt. III (1878) σελ. 61".
Κατά τους σημερινούς χρόνους ο επισκέπτης της αρχαίας Πελλήνης ελάχιστα λείψανα αναγνωρίζει από όσα έχει περιγράψει ο Παυσανίας και έχει ανασκάψει ο Ορλάνδος. Κατά καιρούς έχουν βρεθεί φραγκικά οικόσημα, προφανώς προερχόμενα από το μεσαιωνικό φρούριο.
Νοτιοανατολικά της θέσεως του υποτιθέμενου ναού της Αθηνάς, κατά τον Ορλάνδο, και στις υπώρειες του λόφου, όπου βρισκόταν η ακρόπολη, υπήρχαν οι πύλες της πόλης. Η τοποθεσία αυτή ονομάζεται μέχρι σήμερα "πόρτες". Σε μικρή απόσταση υπάρχει λαξευτός ευμεγέθης τάφος, τον οποίο οι κάτοικοι του δήμου Τρικάλων ονομάζουν "φούρνο". Πολλά τα θρυλούμενα για ανεύρεση θησαυρών από τους κατοίκους της Ζούγρας κατά τους περασμένους χρόνους μέχρι των ημερών μας.



Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Τοποθεσία

Το χωριό  βρίσκεται νότια του Ξυλοκάστρου, στις βορειοανατολικές πλαγιές του όρους Κυλλήνη (Ζήρεια), σε υψόμετρο 700 μέτρων. Έχει περίπου 150 κατοίκους οι οποίοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ανήκει στο Δήμο Ξυλοκάστρου. Είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια της Αρχαίας Πελλήνης, μιας από τις πόλεις - κράτη της Αχαϊκής Συμπολιτείας, που απλωνόταν από τον ποταμό Σύθα μέχρι τον ποταμό Κριό και από τον Κορινθιακό κόλπο μέχρι το όρος Κυλλήνη (Ζήρεια). Όμως, κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας στα χρόνια του Καποδίστρια, η περιοχή πήρε το όνομα "Δήμος Τρικάλων", ενώ "Δήμος Πελλήνης" ονομάστηκε η περιοχή μεταξύ Σικυώνας, Νεμέας, Στυμφαλίας και Τρικάλων. Προφανώς οι δημοδιαιρέτες της εποχής αγνοούσαν την ιστορία του τόπου.





















Καταπληκτική θέα τού κορινθιακού κόλπου από το ωραιότερο σημείο της ορεινής Κορινθίας. Το σημείο λέγετε Δραγάτα και βρίσκετε στις αρχές τού χωριού.




Γεωγραφικά στοιχεία
Οικισμός: Πελλήνη
Υψόμετρο: 697 μ.
Επίσημη Ονομασία: Πελλήνη η Ζούγρα
Τοπ. διαμέρισμα: Τ.Δ.Πελλήνης
Έδρα Δήμου: Ξυλόκαστρο
Περιφ. Ενότητα: Κορινθία
Κωδ. Οικισμού: 15092001
Πρώην (Καποδιστριακός) Δήμος:ΔΗΜΟΣ ΞΥΛΟΚΑΣΤΡΟΥ